Ανασταλτικοί παράγοντες στην ανάπτυξη της τεχνολογίας 

Το ενδιαφέρον για τα αποκεντρωμένα ενεργειακά συστήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες ανανεώθηκε μετά την ενεργειακή κρίση του 1973,, όταν το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ (Department of Energy) ανέλαβε μια σειρά προγραμμάτων για την αξιολόγηση των κοινοτικών ενεργειακών συστημάτων με τηλεθέρμανση και τηλεψύξη μέσω διασύνδεσης με σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Το DOE διερεύνησε επίσης τη δυνατότητα παροχής χαμηλής ποιότητας θερμότητας σε μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές από πυρηνικά εργοστάσια που βρίσκονται κοντά. Αυτό το πρόγραμμα ενθάρρυνε τα νέα συστήματα τηλεθέρμανσης ζεστού νερού στα St. Paul, Minn., Piqua, Ohio και Jamestown, NY Το πρόγραμμα τερματίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και οι επακόλουθες αβεβαιότητες σχετικά με τις τιμές καυσίμων μείωσαν (αλλά δεν εξάλειψαν) το ενδιαφέρον για τις τεχνολογίες τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης  ως επιχειρηματικές δραστηριότητες. 

Ο λόγος για τον οποίο η αποκεντρωμένη ενέργεια (district energy) δεν χρησιμοποιείται ευρύτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι σε μεγάλο βαθμό θεσμική και όχι τεχνική. Τα περισσότερα κτήρια των ΗΠΑ σχεδιάζονται και κατασκευάζονται από άτομα που σπάνια λαμβάνουν υπόψη τα ενεργειακά χαρακτηριστικά των γύρω κτηρίων. Οι κώδικες των ΗΠΑ και τα πρωτόκολλα σχεδιασμού ασχολούνται κυρίως με τη χρήση ενέργειας σε μια ενιαία κατασκευή παρά σε επίπεδο κοινότητας. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας στις Η.Π.Α. ενισχύουν αυτή την προσέγγιση μέσω της επικεντρωμένης εμπορίας τους για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας  ή φυσικού αερίου. 

Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλες περιοχές του κόσμου, δεν υπάρχει μια συνεκτική ενεργειακή πολιτική για την παροχή κινήτρων για την ανάπτυξη περιφερειακών ενεργειακών συστημάτων. Ακόμη και τα πιο αποδοτικά κτίρια απαιτούν ένα δίκτυο για να εξισορροπηθεί η ετήσια παραγωγή και χρήση ενέργειας. Πολλοί εξετάζουν το δίκτυο ως μόνο απαραίτητο για την διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι δυνατότητες ενεργειακής απόδοσης επεκτείνονται σημαντικά όταν είναι διαθέσιμα αποκεντρωμένα  περιφερειακά ενεργειακά θερμικά δίκτυα.  Τέλος οι Η.Π.Α. δεν δεσμεύονται με σαφήνεια και κατά τον ίδιο απόλυτο τρόπο για την μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου όπως οι Ευρωπαϊκές χώρες.  

Υφιστάμενη κατάσταση 

Με την πάροδο των ετών, η τηλεθέρμανση με ατμό της Νέας Υόρκης έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο εμπορικό δίκτυο τηλεθέρμανσης στον κόσμο. Το δίκτυο διαθέτει περισσότερους από 2.000 πελάτες σε 100.000 εμπορικά και ιδιωτικά κτίρια, συμπεριλαμβανομένων αλυσίδων πλυντηρίων και εστιατορίων, παρέχοντας επίσης  εσωτερική θέρμανση σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια.  

Η Βοστόνη εγκατέστησε  επίσης ένα δίκτυο τηλεθέρμανσης μήκους 40 km το 1887. Λίγο αργότερα ακολούθησε το Cambridge και αρκετές δεκάδες μεγάλες πόλεις στις ανατολικές και δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών.  

Πολλές ακόμη μεγάλες αμερικανικές πόλεις έχουν σήμερα δίκτυα τηλεθέρμανσης  όπως το Ατλάντικ Σιτι, η Βαλτιμόρη, η Βοστόνη, το Σικάγο (δύο συστήματα), το Σινσινάτι, το Κλίβλαντ, το Ντένβερ, το Ντιτρόιτ, το Χάρτφορντ, το Χιούστον, η Ιντιανάπολις, το Λος Άντζελες, το Μαϊάμι, η Μινεάπολις, το Νιούαρκ, η  Νέα Ορλεάνη, το  Οκλαχόμα Σίτι, η Ομάχα, το Ορλάντο, το  Πίτσμπεργκ, η Φιλαδέλφεια, το Σαν Ντιέγκο, το Σαν Φρανσίσκο, το Σιάτλ, το Σαιντ Λούις, το  Στ. Παύλος, Τρέντον, Τάλσα και Γουίλμινγκτον.  

Επιπλέον, αρκετές πόλεις που είχαν ήδη συστήματα τηλεθέρμανσης βελτίωσαν το χαρτοφυλάκιό τους, προσφέροντας και υπηρεσίες  ψύξης  στους υφιστάμενους πελάτες τους.  

Επιπλέον, το Καπιτώλιο των Η.Π.Α. και πολλά άλλα ομοσπονδιακά κτίρια εξυπηρετούνται από ένα σύστημα τηλεθέρμανσης  το οποίο βρίσκεται σήμερα υπό εκσυγχρονισμό. Πολλοί από αυτούς τους πσρόχους  ενεργειακών υπηρεσιών συνεχίζουν να αναβαθμίζουν τον εξοπλισμό και την υποδομή τους για να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και την αξιοπιστία τους και να γίνουν περιβαλλοντικά φιλικότερα.  

Το περιφερειακό ενεργειακό σύστημα στο St. Paul, Minn συνεχίζει να αναβαθμίζεται  με την προσθήκη δεξαμενών θερμικής αποθήκευσης νερού ψύξης. ένα σύστημα συμπαραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας  που παράγει θερμότητα από έναν λέβητα βιομάζας που καίει αστικά υπολείμματα ξύλου. και εγκατάσταση ηλιακών συλλεκτών  που συμπληρώνουν το σύστημα διανομής ζεστού νερού χαμηλής θερμοκρασίας. Η εγκατάσταση του  St. Paul είναι σήμερα  το μεγαλύτερο σύστημα τηλεθέρμανσης με χρήση θερμού νερού  στην Βόρεια Αμερική. 

Αντίστοιχα, το σύστημα τηλεθέρμανσης στο Σιάτλ αξιοποίησε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας  με την χρήση λέβητα βιομάζας που τροφοδοτείται από καθαρό αστικό απόβλητο ξύλο για να παράγει τον ατμό που χρησιμοποιείται ως μέσο μεταφοράς ενέργειας  στο δίκτυο της εγκατάστασης. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής υφίσταται και λειτουργεί μέχρι σήμερα στο Ντένβερ  η παλιότερη εγκατάσταση εμπορικής τηλεθέρμανσης στον κόσμο που χρονολογείται από το 1880. Πρόσφατη δραστηριότητα στην ανάπτυξη της τηλεθέρμανσης υπήρξε στο Montpelier, Vt.  Αρκετοί δήμοι έχουν μελετήσει τη σκοπιμότητά της, συμπεριλαμβανομένης της Crystal City, Va., αποδεικνύοντας ότι υπάρχει ακόμα ανάπτυξη και ενδιαφέρον για νέες τεχνολογικές εξελίξεις. 

[su_divider text=”Αρχή της σελίδας” style=”dotted”]