Η αγορά υγραερίου

Παραγωγή & Εισαγωγές / εξαγωγές υγροποιημένων αερίων πετρελαίου

Hπαραγωγή υγροποιημένων αερίων του πετρελαίου (LPG) στην Ελλάδα προέρχεται αποκλειστικά από την διύλιση του πετρελαίου. Η παραγωγή  υγραερίου ανήλθε σε 640 χιλιάδες τόνους το 2015 από 630 χιλιάδες το 2014, παρουσιάζοντας μέση ετήσια αύξηση κατά 1,6%. Η παραγωγή υγραερίου στην Ελλάδα το 2015 αντιπροσώπευε το 2,64% της συνολικής παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παραγωγή υγραερίου από την διύλιση του πετρελαίου

H χώρα διαθέτει 4 διυλιστήρια – τερματικούς σταθμούς που βρίσκονται στον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα, την Θεσσαλονίκη και το Καλοχώρι.

Τα διυλιστήρια της Ελευσίνας (100 kbp/d) , του Ασπροπύργου (148 kbp/d) και της Θεσσαλονίκης (93 kbp/d) ανήκουν στην ιδιοκτησία της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. (ΕΛΠΕ) στην οποία συμμετέχει το Ελληνικό κράτος.

Η δραστηριότητα της εταιρείας αυτής αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 65% της ελληνικής αγοράς. Το τέταρτο διυλιστήριο στο Καλοχώρι ανήκει στην εταιρεία Motor Οil.

Μεγάλο τμήμα του υγραερίου καταναλώνεται επί τόπου, για τις ανάγκες θέρμανσης των φυσικών και χημικών διεργασιών των διυλιστηρίων, καθώς και για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το υπόλοιπο διατίθεται στην ελληνική αγορά ή εξάγεται. Κατά το 2015 πραγματοποιήθηκαν από την Ελλάδα εξαγωγές LPG 209 χιλιάδων τόνων (από 242 χιλιάδες το 2014).

Παράλληλα, οι εισαγωγές LPG για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα ανήλθαν σε 42 και 37 χιλιάδες τόνους αντίστοιχα.

Κατανάλωση υγραερίου

Η ελληνική αγορά υγραερίου παρέμεινε στάσιμη μέχρι και το 2010. Από το 2010 και μετά παρατηρήθηκε σημαντική ανάπτυξη. Η ανάπτυξη αυτή οφείλεται κυρίως στην διεύρυνση χρήσης του καυσίμου στον τομέα μεταφορών (AutoGas) και την υγραεριοκίνηση. 

Ειδικότερα το 2016 παρουσιάσθηκε αύξηση στην τελική κατανάλωση κατά 4,54% – ρυθμός σχεδόν διπλάσιος της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28 που παρέμεινε στο 2,96%. Η δυναμική αυτή, εφόσον συνεχισθεί και στο μέλλον, αφήνει προοπτικές για την Ελληνική αγορά να εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

HΕλληνική αγορά υγραερίου στην Ελλάδα είναι σημαντικά περιορισμένη. Αυτό οφείλεται σε μία σειρά από ανασταλτικούς παράγοντες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως:

  • στις επιφυλάξεις των καταναλωτών

    στις επιφυλάξεις των καταναλωτών όσον αφορά στην επικινδυνότητα του συγκεκριμένου καυσίμου,

  • στο κόστος του

    στο κόστος του, ειδικά στα νησιά (υψηλό κόστος μεταφοράς),

  • στην φορολογική πολιτική

    στην φορολογική πολιτική,

  • στα προβλήματα ασφάλειας κατά την μεταφορά

    στα προβλήματα ασφαλείας κατά την μεταφορά και αποθήκευσή του.

H συμμετοχή του υγραερίου στην τελική ενεργειακή κατανάλωση της χώρας αντιπροσωπεύει μόλις το 3,08 % σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28 κρατών μελών με συνολικά 555 χιλιάδες τόνους ισοδύναμου πετρελαίου (ktoe).

ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Διαχρονική Εξέλιξη Τελικής Ενεργειακής Κατανάλωσης – Μέσοι Ετήσιοι Ρυθμοί Ανάπτυξης

Η θέση του υγραερίου στην αγορά των πετρελαιοειδών

Hσυνολική κατανάλωση πετρελαιοειδών προϊόντων ανήλθε σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας σε 6.899.847 μετρικούς τόνους το 2017. Σε σχέση με το προηγούμενο έτος παρουσίασε μικρή κάμψη κατά περίπου 2%. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην μείωση κατανάλωσης αμόλυβδης βενζίνης καθώς και ασφαλτικών προϊόντων λόγω της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Αντίθετα, η κατανάλωση υγραερίου κατά την πενταετία 2013 – 2017 παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως λόγω της διείσδυσης του καυσίμου στην υγραεριοκίνηση.  Η κατανάλωση υγραερίου παρουσίασε αύξηση κατά 1,65% μεταξύ των ετών 2017 και 2017 αυξανόμενη από 493.828 σε  501.999 μετρικούς τόνους.

Hδιαχρονική εξέλιξη της κατανάλωσης των πετρελαιοειδών στην Ελλάδα για την πενταετία 2013 – 2017 παρουσιάζεται στο γράφημα που ακολουθεί:

Προέλευση δεδομένων:  Σύνδεσμος Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας

Το ποσοστό συμμετοχής της κατανάλωσης υγραερίου στην συνολική κατανάλωση των πετρελαιοειδών προϊόντων στην εσωτερική αγορά της χώρας είναι διαρκώς αυξανόμενη.

Για το 2017 το ποσοστό αυτό ανήλθε σε 7,28%.  Η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από την μετακίνηση των ιδιοκτητών οχημάτων από την χρήση αμόλυβδης βενζίνης στην χρήση υγραερίου για οικονομικούς λόγους.

Στο γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζεται η συμμετοχή στην κατανάλωση των επί μέρους πετρελαιοειδών προϊόντων ανά κατηγορία.

Δίκτυα Φυσικού Αερίου στην Ελλάδα

Η αγορά υγραερίου στην Ελλάδα παρά το σήμερα περιορισμένο μέγεθος της, παρουσιάζει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης της στο άμεσο μέλλον. Αυτό βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι η χώρα διαθέτει μεγάλο αριθμό νησιών που δεν είναι συνδεδεμένα στα δίκτυα του φυσικού αερίου.

Χρήση υγραερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Η χρήση του LPG για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ως εναλλακτικό καύσιμο απέναντι στο πετρέλαιο κίνησης στα νησιά αυτά αποτελεί σημαντική ελκυστική επιλογή. Μεταξύ των 83 κατοικημένων ελληνικών νησιών, μόνο 28 διασυνδέονται με το κύριο εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα νησιά αυτά εξασφαλίζουν την ηλεκτρική τους ενέργεια κυρίως με την χρήση πετρελαίου κίνησης (ντίζελ). Το κόστος δε παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές αυτές επιδοτείται. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ύψος της επιδότησης ανήλθε σε αυτές τις περιοχές περίπου στα 720 εκατομμύρια ευρώ για το 2016.

Η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές αυτές έφθασε τις 3,604 GWh το 2016. Τα τρέχοντα σχέδια για τη σύνδεση της πλειονότητας αυτών των νησιών στην ηπειρωτική χώρα μέχρι το 2030 με βάση την εθνική ενεργειακή πολιτική είναι πιθανόν υπερβολικά αισιόδοξα, δεδομένης της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για το υγραέριο να διεισδύσει περαιτέρω στην ελληνική αγορά.

Στη χώρα γενικά, το φυσικό αέριο  παίζει ολοένα και περισσότερο σημαντικό ρόλο στην κάλυψη των αναγκών ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Ωστόσο, πρέπει να εισαχθεί με σημαντικό κόστος από τη Ρωσία, την Τουρκία και την Αλγερία. Η Ελλάδα επιδιώκει να υπογράψει νέες συμβάσεις προμήθειας φυσικού αερίου καθώς και να αναπτύξει το σύστημα μεταφοράς (με την ενημέρωση του υπάρχοντος τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου, την κατασκευή νέου αγωγού και υπόγειου σταθμού αποθήκευσης φυσικού αερίου).

Η ανάγκη κάλυψης της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης αερίου αποτελεί για την χώρα σημαντική πρόκληση.  Το LPG θα μπορούσε να παράσχει μέρος της λύσης βραχυπρόθεσμα εάν η Ελλάδα αντιμετωπίσει παρόμοιες ελλείψεις φυσικού αερίου στο εγγύς μέλλον. Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο υποχρεούνται επίσης να διατηρούν εναλλακτικά καύσιμα εφεδρικών αποθεμάτων (τουλάχιστον πέντε ημέρες) – το υγραέριο θα μπορούσε να παράσχει αυτή την εναλλακτική λύση, τουλάχιστον εν μέρει.

Ωστόσο οι χαμηλές σήμερα τιμές του φυσικού αερίου στην χώρα καθώς και οι σχεδιαζόμενες επεκτάσεις του δικτύου διανομής και των υποδομών του, διαμορφώνουν συνθήκες στην ελληνική αγορά που το το υγραέριο είναι δύσκολο να αποκτήσει ανταγωνιστική θέση ως εναλλακτικό καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ή και θερμικής ενέργειας.

Τιμολογιακή πολιτική για το υγραέριο

Οι τιμές του υγραερίου διαμορφώνονται στην αγορά λιανικής αποκλειστικά από τους πρατηριούχους. Οι Εταιρίες Εμπορίας σε καμία περίπτωση δεν καθορίζουν –απαγορεύεται ακόμα και να συστήνουν- λιανικές τιμές αντλίας.

Για την διαμόρφωση της τιμής το υγραέριο  κατηγοριοποιείται:

  • (α) στο Υγραέριο κίνησης που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων (autogas),
  • (β) Υγραέριο (LPG) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης και
  • (γ) στο Υγραέριο (LPG) που προορίζεται για Βιομηχανική, Βιοτεχνική και Εμπορική χρήση.

Στην διαμόρφωση της τελικής τιμή πώλησης περιλαμβάνονται:

Η τιμή διυλιστηρίου

Αφορά τις τιμές χονδρικής προς τις Εταιρείες Εμπορίας καθώς και τους κατόχους Άδειας λιανικής εμπορίας (Ανεξάρτητα Πρατήρια ή Κοινοπραξίες Ανεξάρτητων Πρατηρίων. Το αργό πετρέλαιο  –όπως και τα τελικά προϊόντα πετρελαιοειδών – αποτελούν χρηματιστηριακά εμπορεύματα.  Κατά συνέπεια ακολουθούν τις διεθνείς τιμές όπως ορίζονται από τις Διεθνείς τιμές Platts.  Οι χονδρικές τιμές στην Ελλάδα επηρεάζονται από τις Διεθνείς τιμές Platts των τελικών προϊόντων πετρελαιοειδών (ανατολικής Μεσογείου) και όχι από τις τιμές Platts του αργού. Οι λιανικές τιμές (βενζίνης, πετρελαίου, υγραερίου  κ.λ.π.) ακολουθούν τις τιμές των τελικών προϊόντων Διυλιστηρίων και όχι τις τιμές του αργού (π.χ. Brent).

Με βάση τα στοιχεία του ΠΟΠΕΚ καθώς και της εταιρείας ΕΛ.ΠΕ. η τιμή διάθεσης του υγραερίου από τα διυλιστήρια στις εταιρείες εμπορίας ανήλθε στις 19/04/2018 σε 0,47481 €/ kg ή 0,52160 € / lt χωρίς ΦΠΑ. Συνεκτιμώντας τον ΦΠΑ 24% τα αντίστοιχα οικονομικά μεγέθη διαμορφώνονται σε :  0,5887644 €/ kg ή  0,646784 € / lt αντίστοιχα. Εάν ληφθεί υπόψη ότι για την ίδια ημέρα η μέση τιμή πώλησης λιανικής του υγραερίου κίνησης (autogas) στην χώρα  διαμορφώθηκε σε 0,801 € / lt προκύπτει ότι η τιμή διάθεσης του καυσίμου από τα διυλιστήρια στις εταιρείες εμπορίας αντιπροσωπεύει περίπου το 81% του κόστους στην τιμή της αντλίας.

Επισημαίνεται ωστόσο ότι στην τιμή της διάθεσης του καυσίμου προς τις εταιρείες εμπορίας συμπεριλαμβάνονται φόροι, τέλη και επιβαρύνσεις σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.

Στο γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη των τιμών διάθεσης του καυσίμου στις εταιρείες εμπορίας – τιμές EX FACTORY χωρίς ΦΠΑ –  καθώς και η μέση τελική τιμή διάθεσης στην χώρα:

Δασμοί, Τέλη και επιβαρύνσεις

Δασμοί,  Τέλη και φορολογικές Επιβαρύνσεις

Ετήσιο ανταποδοτικό τέλος υπέρ ΡΑΕ

Επιβάλλεται στις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 7 της υπ’ αριθμ. πρωτ. Δ5/ΗΛ/Β/Φ1/ΟΙΚ.591/12.01.2001 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης.

Το ύψος των ετησίων ανταποδοτικών τελών  αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.  Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή για το έτος 2016, ανέρχεται σε -0,8% (μείον μηδέν και οκτώ δέκατα τοις εκατό).

Στον τομέα υγρών καυσίμων για την αγορά υγραερίου, το ύψος του ανταποδοτικού τέλους ορίζεται σε 0,09941 € το οποίο στρογγυλοποιείται στο ποσό των Δέκα Λεπτών (0,10 €) ανά μετρικό τόνο και αφορούν το 2017.

Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αγορά υγραερίου

Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης

Hεπιβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα θεμελιώνεται θεωρητικά κυρίως στη βάση των εξωτερικών επιβαρύνσεων στο περιβάλλον που προκαλούνται από την κατανάλωση καυσίμων. Ειδικά για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στον τομέα των μεταφορών (π.χ. βενζίνες, πετρέλαιο κίνησης), ένα επιπρόσθετο επιχείρημα για την επιβολή ειδικού φόρου συνδέεται με την ανάγκη να καταβάλλουν οι χρήστες έναποσό ως αντιστάθμισμα για το όφελος που λαμβάνουν από τη χρήση του οδικού δικτύου (user charges), καθώς και για πρόσθετες αρνητικές εξωτερικές επιδράσεις (τροχαία ατυχήματα, θόρυβος, κυκλοφοριακή συμφόρηση κ.ά.)2. Η φορολογία των καυσίμων θεωρείται επίσης ένα σημαντικό και αναγκαίο εργαλείο πολιτικής για την εξοικονόμηση και την αποτελεσματικότερη χρήση της ενέργειας.

Η φορολογική πολιτική της ΕΕ  για τα ενεργειακά προϊόντα στηρίζεται σε ένα σύστημα ελάχιστων φορολογικών συντελεστών που εφαρμόζονται στα ανταγωνιστικά ενεργειακά προϊόντα.  Η υποχρέωση εφαρμογής ελάχιστων φορολογικών συντελεστών παρέχει τη διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη για την επιλογή του τελικού ύψους φόρου ανάλογα με τις ανάγκες και τους στόχους πολιτικής που επιδιώκουν.

Σύμφωνα με την Οδηγία, τα ενεργειακά προϊόντα φορολογούνται μόνο όταν χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κίνησης ή θέρμανσης και όχι όταν χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες, για χημική αναγωγή ή στο πλαίσιο ηλεκτρολυτικής και μεταλλουργικής κατεργασίας.


Η εφαρμογή του ΕΦΚ στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, μέχρι και το 2009, η φορολογική πολιτική στα προϊόντα πετρελαίου εστιαζόταν στην τήρηση των ελάχιστων συντελεστών ΕΦΚ που ορίζει η Οδηγία 2003/96/ΕΚ. Οι μεταβολές που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2003-2009, ήταν κυρίως αποτέλεσμα εφαρμογής της Οδηγίας, η οποία προέβλεπε για την Ελλάδα μεταβατική περίοδο για τη σταδιακή σύγκλιση του φορολογικού καθεστώτος προς τους ελάχιστους συντελεστές ΕΦΚ.

Το 2010, με την επιβολή των επειγόντων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης, σηματοδοτήθηκε μια αλλαγή στη λογική καθορισμού των συντελεστών ΕΦΚ, οι οποίοι μετά από τρεις διαδοχικές αυξήσεις διαμορφώθηκαν σε επίπεδο υψηλότερο από το ελάχιστο που προβλέπεται στην κοινοτική οδηγία προκειμένου να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα.

Με το νόμο Ν.4389/16 (ΦΕΚ 94 Α/27-05-2016) επανακαθορίζεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα ενεργειακά προϊόντα.  Ο ΕΦΚ ανήκει στην κατηγορία των έμμεσων φόρων.


Εφαρμογή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στην αγορά υγραερίου

Ειδικότερα για το υγραέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κίνησης (autogas) o ΕΦΚ διαμορφώνεται σε 430 € / μετρικό τόνο (1000 kg).  Υπενθυμίζεται ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης ρυθμίζεται μέχρι σήμερα με το Νόμο 2960/2001 στον οποίο και τροποποιείται το άρθρο 73. Η έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου ΕΦΚ έχει καθορισθεί από 01/01/2017 σύμφωνα με τον προηγούμενο νόμο. Τέλος σημειώνεται ότι ο μετρικός τόνος του υγραερίου με βάση την πυκνότητα του αναλογεί περίπου σε 1800 λίτρα.

Για το υγραέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο για την θέρμανση, ο ΕΦΚ σε 60 € / μετρικό τόνο.  Για το υγραέριο βιομηχανικής χρήσης ο αντίστοιχος φόρος διαμορφώνεται σε 120 € / μετρικό τόνο.

Η διαχρονική εξέλιξη του ΕΦΚ για την αγορά υγραερίου στην Ελλάδα παρουσιάζεται στο γράφημα που ακολουθεί:

Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης Υγραερίου στην Ελλάδα

Με τις διακεκομμένες γραμμές παρουσιάζονται οι ελάχιστες τιμές του ΕΦΚ για το υγραέριο σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2003/96/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Με τις συνεχείς αποτυπώνεται η ακολουθούμενη φορολογική πολιτική της χώρας.

Αξίζει να σημεωθεί ότι από το 2010 μέχρι σήμερα η οικονομική επιβάρυνση (χωρίς τον ΦΠΑ) για το υγραέριο αυξήθηκε:

  • κατά 361,54 % για το υγραέριο οικιακής χρήσης,
  • κατά 244 % για το υγραέριο κίνησης (AutoGas) και
  • κατά 192,68% για το υγραέριο βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής χρήσης.

Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ)

Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ)

Με τον ίδιο νόμο αυξάνεται και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) σε 24% με βάση το άρθρο 52, παρ. 1.

Επιπλέον, τα πετρελαιοειδή προϊόντα αυτά επιβαρύνονται με ειδική εισφορά για την εξασφάλιση του απρόσκοπτου εφοδιασμού προβληματικών περιοχών, με ειδικό τέλος ΔΕΤΕ και εισφορά υπέρ της ΡΑΕ. Αυτές οι επιβαρύνσεις αποτελούν μικρό ποσοστό της τελικής τιμής, σε αντίθεση με τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι επηρεάζουν σημαντικά το τελικό ύψος των τιμών.

Υποβάλλετε το σχόλιο ή τις παρατηρήσεις σας

Enter your email so we can communicate with you.